ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ “ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ”
ΤΕΤΑΡΤΗ 3 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008
“ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΓΕΙΑΣ”
Ο Φρανσουά Μιτεράν είπε κάποτε πολύ εύστοχα ότι «αυτή η Ευρώπη πρέπει να ζήσει με το κοινωνικό της κράτος, διαφορετικά θα πεθάνει». Το κοινωνικό κράτος αποτελεί μια από τις ιστορικές κατακτήσεις και ένα από τα θεμέλια του σύγχρονου κοινωνικοπολιτικού πολιτισμού της Ευρώπης. Η μεταπολεμική του ανάπτυξη συνδέεται με την κατάκτηση νέων κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως η υγεία, η παιδεία, η απασχόληση κ.λπ. Η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους συνδέθηκε με την εμπέδωση ενός ευρύ αναδιανεμητικού ρόλου με σκοπό τη διασφάλιση αυτών των κοινωνικών δικαιωμάτων σε ίσο βαθμό για όλους.
Η συγκρότηση του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα είχε διαφορετική εξέλιξη από ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη, κυρίως λόγω των διαφορών σε κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και εν γένει πολιτισμικό επίπεδο. Η ελληνική ιδιαιτερότητα συμπεριλαμβάνει τις συγχύσεις και τις ιδεοληψίες αλλά - το χειρότερο - τις πραγματικότητες που κυριαρχούν ακόμη και σήμερα γύρω από την έννοια, το περιεχόμενο και τη μορφή του κοινωνικού κράτους.
Όταν το κοινωνικό κράτος αναπαράγει ανισότητες, όπως συμβαίνει στη χώρα μας, τότε χάνει το λόγο της ύπαρξής του ως μηχανισμού αναδιανομής για την ισότιμη κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Οι ανισότητες αυτές μάλιστα το καθιστούν συνολικά αναξιόπιστο στα μάτια της κοινωνίας, με αποτέλεσμα, όταν η μεταρρύθμιση του συστήματος είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά του, να μην υπάρχει εύλογα καμία ανταπόκριση από την κοινωνία.
Ο εκσυγχρονισμός του κοινωνικού κράτους λοιπόν, καθώς και του υποσυστήματος υγείας που συμπεριλαμβάνει, είναι ταυτόσημος με ένα γενναίο αναπροσανατολισμό, που θα στοχεύει στην άρση της αναπαραγωγής ανισοτήτων και στην κοινωνική ολοκλήρωση της χώρας. Ένας μεγάλος Βρετανός πολιτικός, ο Μάικλ Φουτ, είπε πριν από 35 χρόνια ότι «τα συστήματα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης αποτελούν τα μεγαλύτερα επιτεύγματα και μαζί τις σημαντικότερες κατακτήσεις της ανθρωπότητας στην μακρόχρονη ιστορική της διαδρομή». Ακολουθώντας αυτή τη λογική, το πρώτο βήμα στην Ελλάδα έγινε στο χώρο της υγείας με το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ).
Στα 25 περίπου χρόνια της ζωής του, το ΕΣΥ ακολούθησε μια θετική πορεία, με αδιάψευστους μάρτυρες την ανάπτυξη υποδομών και στελεχιακού δυναμικού, τα ιατρικά επιτεύγματα και τους δείκτες υγείας. Δεν υπάρχει όμως διαδρομή χωρίς προβλήματα, πολλά από τα οποία δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί και ολοένα επιδεινώνονται, με κίνδυνο να οδηγήσουν στην τελική καταστροφή του.
Το 2000 ξεκίνησε στο υπουργείο Υγείας μια μεταρρύθμιση με σκοπό να καταστεί το ΕΣΥ ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό σύστημα υγείας, το οποίο θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες και προσδοκίες του Έλληνα πολίτη για αξιοπρεπείς και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες υγείας. Η μεταρρυθμιστική αυτή πολιτική ήταν μια ειλικρινής υπεράσπιση του ΕΣΥ και των επιτευγμάτων του, αφού σκοπός της ήταν να το ανανεώσει και να του εξασφαλίσει τη συνέχιση της επιβίωσής του και την εκπλήρωση της αποστολής του, ώστε να ανακτήσει την εμπιστοσύνη και την αποδοχή των πολιτών. Οι τότε πολιτικές στόχευαν στη χρυσή τομή ανάμεσα στη διατήρηση της κοινωνικής αλληλεγγύης, της ισότητας και του κοινωνικού χαρακτήρα της υγείας και στην ωμή οικονομική διάσταση του θέματος, με έλεγχο του κόστους, της αποδοτικότητας των πόρων και της αποτελεσματικότητα συνολικά του συστήματος.
Το μεταρρυθμιστικό εκείνο εγχείρημα υλοποιήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό με συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και παρεμβάσεις, προκάλεσε όμως τη μήνιν και ένα κύμα φανερών αλλά κυρίως υπόγειων συντεχνιακών αντιδράσεων και υπονομεύσεων. Το αποτέλεσμα ήταν τα συστήματα αντίδρασης να αποδειχθούν πιο ανθεκτικά από τον βολονταρισμό των μεταρρυθμιστών. Η μεταρρύθμιση εκείνη τελικά αναθεωρήθηκε με την επάνοδο στην προ του 2000 κατάσταση, παρόλο που ορισμένα μέτρα και πολιτικές της ισχύουν νοθευμένα μέχρι σήμερα, όπως π.χ. τα απογευματινά ιατρεία.
Οι πολιτικές που προωθήθηκαν την περίοδο 2000-2002 δεν ήταν αυτοσκοπός. Ήταν εργαλεία για την επίτευξη των πρωταρχικών στόχων του συστήματος υγείας. Ο δρόμος που επιλέχθηκε ήταν ο καλύτερος δυνατός; Αναμφίβολα, η οργάνωση του οποιουδήποτε κοινωνικού τομέα δεν υπακούει σε δεδομένες νομοτέλειες. Θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξει κανείς ότι το συγκεκριμένο μοντέλο περιφερειακής οργάνωσης του συστήματος υγείας, καθώς και η συγκεκριμένη κατανομή ρόλων και αρμοδιοτήτων ήταν μονόδρομος. Ήταν όμως ένα μοντέλο που είχε σημαντικότατα εγγενή πλεονεκτήματα, που προσιδίαζε στο χαρακτήρα και το περιεχόμενο ενός σύγχρονου κράτους, το οποίο δεν διαφεντεύεται από συμφέροντα και εξουσιαστικά σύνδρομα, αλλά δημιουργεί αποκλειστικά και μόνο πεδία ευθύνης απέναντι στους πολίτες.
Έχοντας την εμπειρία της υλοποίησης αλλά και των αντιδράσεων εναντίον αυτής της μεταρρύθμισης μπορώ σήμερα να πω ότι ο βασικός της κορμός, παραμένει όχι μόνο επίκαιρος αλλά και αναγκαίος. Επειδή όμως, παρά τα όποια προβλήματα, το ΕΣΥ έχει συσσωρεύσει ένα μεγάλο κεφάλαιο, υλικοτεχνικό και επιστημονικό, η απαιτούμενη σήμερα μεταρρύθμιση πρέπει να κινηθεί συγχρόνως σε τρεις άξονες:
- Την ισότιμη κάλυψη των αναγκών υγείας όλων των πολιτών, χωρίς αποκλεισμούς για κάποιους ή προνόμια για κάποιους άλλους.
- Την αντιμετώπιση του ΕΣΥ ως μια γιγάντια δημόσια οικονομική δραστηριότητα, εφαρμόζοντας όλους τους απαραίτητους σύγχρονους κανόνες οργάνωσης και διαχείρισης, και
- Την αξιοποίηση του τεράστιου ανθρωπίνου κεφαλαίου και των τεχνολογικών του υποδομών, έτσι ώστε να καταστεί ανταγωνιστικό και να ενισχύσει τη χρηματοδότησή του με ίδιους πόρους.
Το πνεύμα του μεταρρυθμιστικού προγράμματος της εποχής εκείνης (2000-2002) παραμένει και σήμερα ζωντανό, ακριβώς γιατί το κοινωνικό αίτημα της μεταρρύθμισης παραμένει ζωντανό. Όχι απαραιτήτως ως πολιτική θέση απέναντι σε συγκεκριμένα μέτρα ή νομοθετήματα που τότε θεσπίστηκαν, αλλά ως προσδοκία για την επίλυση των προβλημάτων που σχετίζονται με την ισότητα και την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας και το σεβασμό του πολίτη.
|
|